Κεντρική σελίδα Λογιάδη



Μίλτος Λογιάδης

Συνέντευξη στο περιοδικό NEMECIS



του Γιάννη Παπαδόπουλου
NEMECIS, 10ο τεύχος, Μάρτιος 1999



Γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1965. Σε ηλικία 26 χρονών αναλαμβάνει τη διεύθυνση της “Ορχήστρας των χρωμάτων”. Ο Μάνος Χατζιδάκις μ΄ αυτήν την επιλογή του δείχνει την εμπιστοσύνη του στο ταλέντο του Μίλτου Λογιάδη και στη θετική του σκέψη. Από τότε και μέχρι σήμερα, απ’ αυτήν τη θέση συμβάλλει στη δημιουργία του ελληνικού μουσικού χώρου, με συνεχείς αναζητήσεις που χαρακτηρίζονται από ευαισθησία και καλλιέργεια.

Κύριε Λογιάδη, πιστεύετε ότι η κλασική μουσική περνάει κρίση; Η πρόκειται για μια τεχνητή εικόνα στο πλαίσιο της καθοδηγούμενης επιτυχίας;

Μίλτος Λογιάδης: Υπάρχει κρίση γενικότερα στον καλλιτεχνικό χώρο. Στην κλασική μουσική, η κρίση φαίνεται στην πτώση των πωλήσεων των ηχογραφήσεων. Ίσως να οφείλεται στο ότι αλλάζει τόσο γρήγορα η εποχή μας, με αποτέλεσμα ο νέος να έχει ανάγκη ν’ ακούσει νέα πράγματα. Έχει καινούργια ερεθίσματα συνεχώς. Έτσι και οι εταιρείες δίσκων παίρνουν ως δεδομένη αυτή την κρίση και φροντίζουν να προσαρμόζονται στο πνεύμα της εποχής. Να κάνουν πιο ελκυστικό το προϊόν βάζοντας και άλλα στοιχεία μη κλασικά, όπως κινηματογραφική μουσική, για να τραβήξουν τον κόσμο. Το ίδιο κάνουν και οι οργανισμοί που αφορούν τις παραστατικές τέχνες. Προσαρμόζουν τα προγράμματα και οι ορχήστρες αντίστοιχα το ρεπερτόριό τους, έτσι ώστε να βρίσκουν μεγαλύτερη ανταπόκριση από το κοινό. Πιστεύω όμως ότι αυτή είναι μια μεταβατική περίοδος. Μια περίοδος που αναζητούνται καινούργιοι τρόποι έκφρασης.

Αυτή η αναζήτηση εκτός «πεπατημένης» δεν είναι και λίγο ριψοκίνδυνη; Δηλαδή, όλες αυτές οι προσπάθειες να «κλασικοποιηθούν» διάφορα μη κλασικά είδη μουσικής, μήπως οδηγούν σ’ ένα κακόγουστο αποτέλεσμα;

Μίλτος Λογιάδης: Τα πάντα εξαρτώνται από το καλό γούστο και την αισθητική που διαθέτει αυτός που κάνει αυτά τα ανοίγματα. Γιατί το ρίσκο είναι μέσα στην τέχνη. Και αυτός που πειραματίζεται, ρισκάρει. Όμως, περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να βγει καλό αποτέλεσμα από κάποιον που κάνει επιλογές με βάση την καλή αισθητική, παρά από κάποιον που τις κάνει στην τύχη.

Εσείς ως διευθυντής της «Ορχήστρας των Χρωμάτων» έχετε σκοπό να πειραματισθείτε και να δώσετε και κάποια άλλα πράγματα πέρα από το κλασικό ρεπερτόριο;

Μίλτος Λογιάδης: Αυτό συζητάμε με τον Γιώργο Κουρουπό, που είναι και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Ορχήστρας. Η «Ορχήστρα των Χρωμάτων» δεν φτιάχτηκε από τον Χατζιδάκι για να παίζει μόνο κλασικό ρεπερτόριο. Το καταστατικό λειτουργίας ορίζει ότι η Ορχήστρα θα παίζει μουσική, κυρίως του 20ου αιώνα και κυρίως Ελλήνων συνθετών. Αυτό δεν μας απαγορεύει να παίζουμε από παλιά έργα ή ξένους συνθέτες, μας δίνει όμως μία κατεύθυνση. Έτσι, κάνουμε ένα άνοιγμα και σε νέους Έλληνες συνθέτες, αλλά και στη συμφωνική δημιουργία, που δεν είναι γνωστή στο ευρύτερο κοινό. Έχουμε παίξει πολλές πρώτες εκτελέσεις. Όπως οι «Πλανήτες» του Χόλστ, το κονσέρτο για πιάνο του Σκριάμπιν, οι «Εικόνες της θάλασσας» του Έλγκαρ, έργα που δεν έχουν παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα. Από την άλλη, βοηθάμε να γίνονται γνωστοί στο ευρύτερο κοινό οι Έλληνες συνθέτες. Έχουμε κάνει αφιερώματα στον Καλομοίρη, στον Κωνσταντινίδη, στον Κοζάσογλου, στον Πετρίδη, ενώ ταυτόχρονα έχουμε δώσει την ευκαιρία σε πολλά νέα παιδιά να παρουσιάσουν τα έργα τους και μ’ αυτόν τον τρόπο να δοκιμαστούν.

Δεν μένουμε όμως σ’ αυτά. Έχουμε προχωρήσει και σε προγράμματα που αφορούν τον πολύ κόσμο, περισσότερο εμπορικά ας πούμε. Για παράδειγμα, είχαμε παρουσιάσει ένα αφιέρωμα στους “Beatles” με ενορχηστρώσεις του Νίκου Πλατύραρχου, και εδώ στην Αθήνα και σε διάφορες πόλεις σε όλη την Ελλάδα. Επίσης, στη Λισσαβόνα παίξαμε τα τραγούδια του Αιγαίου με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Βασίλη Γισδάκη, διασκευές για ορχήστρα δημοτικών-νησιώτικων και έντεχνων τραγουδιών με θέμα το Αιγαίο σε ενορχηστρώσεις Πλατύραρχου και Κοτεπάνου. Προσπαθούμε με όλα αυτά να δείξουμε ότι η ορχηστική μουσική, πέρα από το κλασικό της μέρος, μπορεί και πρέπει να έχει πολλά πρόσωπα.

Ο μαέστρος, εκτός από μουσικές γνώσεις, πρέπει να διαθέτει και κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες για να διευθύνει μια ορχήστρα. Ποιες είναι αυτές και ποιο μπορεί να είναι, αν υπάρχει, το κλειδί της επιτυχίας ενός καλού μαέστρου;

Μίλτος Λογιάδης: Κατ’ αρχάς, πρέπει να ξεκινήσει όσο πιο μικρός γίνεται. Χρειάζεται επίσης σκληρές σπουδές. Από εκεί και πέρα, μπαίνουν πάρα πολλά πράγματα στη μέση. Να έχει μια πολύ καλή επαφή με τους ανθρώπους. Να μπορεί να συνδυάζει καταστάσεις και τάσεις. Όταν έχεις να κάνεις με πενήντα-εκατό διαφορετικούς ανθρώπους, που είναι οι μουσικοί σε μια ορχήστρα, για να μπορείς να επιβάλεις τη δική σου θέληση και να προβάλεις το δικό σου «εγώ» μέσα από την ορχήστρα, πρέπει να ξέρεις τον τρόπο για να πείσεις όλον αυτόν τον κόσμο για τη δική σου άποψη, ώστε να πάρεις και το καλύτερο αποτέλεσμα. Για να μη σου γυρίσει ανάποδα αυτή η ιστορία. Χρειάζεται λοιπόν, όχι ακριβώς διπλωματία, αλλά ευελιξία. Και, βέβαια, όπως σε όλα τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα, ένας μαέστρος πρέπει να είναι και καλλιτέχνης. Δηλαδή, να βιώνει τη στιγμή της συναυλίας, αυτό το μοναδικό συναίσθημα της δημιουργίας.

Εσείς, πότε συνειδητοποιήσατε ότι πρέπει ν’ ακολουθήσετε τον δρόμο του μαέστρου;

Μίλτος Λογιάδης: Δεν ήταν κάτι που το είχα στο μυαλό μου από μικρός. Έπαιζα πιάνο κυρίως, μου άρεσε πολύ η μουσική, αλλά είχα ασχοληθεί με τη ροκ, την ποπ, την τζαζ. Άκουγα πολύ Χατζιδάκι. Όλα αυτά τα παίζαμε μ’ ένα γκρουπάκι που είχαμε φτιάξει ως έφηβοι, σε γιορτές του σχολείου, από δω κι από κει, για το χαρτζιλίκι και την ευχαρίστησή μας.

Όταν πήγα στο Ωδείο, -ήταν αργά, ήμουν ήδη στα δεκαπέντε- τότε ήταν που με τράβηξε και η κλασική μουσική και ασχολήθηκα μαζί της. Σιγά-σιγά, στο Ωδείο, αποφάσισα να κάνω διεύθυνση χορωδίας. Πήγα στη Γερμανία με υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάση κι εκεί ξεκίνησα με διεύθυνση χορωδίας και συνέχισα με διεύθυνση ορχήστρας. Έτσι. Όλα πήραν τον δρόμο τους φυσιολογικά.

Ήσασταν ένας από εκείνους τους νέους που ο Μάνος Χατζιδάκις πίστευε στο ταλέντο και τις ικανότητές τους και σας δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσετε από κοντά. Υπήρχαν πράγματα που, κατά κάποιον τρόπο, σας κληροδότησε;

Πάρα πολλά. Αν και τον γνώρισα πολύ λίγο. Από το 1991 ουσιαστικά δουλέψαμε μαζί, αλλά μου άφησε τόσα πολλά, που τα ανακαλύπτω πολύ αργότερα. Κάποιες φορές, ας πούμε, που συμβαίνει κάτι στη ζωή μου, σκέφτομαι πως θ’ αντιδρούσε ο Μάνος σ’ αυτό και βρίσκοντας κάτι αντίστοιχο απ’ αυτά που είχα βιώσει μαζί του, το εφαρμόζω. Πολλές φορές με καθοδηγεί με το ήθος του, τη σκέψη, τη φιλοσοφία του, χωρίς ο ίδιος να βρίσκεται στη ζωή.

Λόγω της συνεργασίας που είχατε, στην ουσία ήσασταν ο αντικαταστάτης του στην «Ορχήστρα των Χρωμάτων», ζήσατε από κοντά και τις τελευταίες του στιγμές. Σας έδωσε κάποιες κατευθύνσεις για το πώς θα συνεχίσετε;

Εκείνες τις μέρες τις έζησα πολύ έντονα, για ήταν η περίοδος που τον αντικαθιστούσα όσο εκείνος ήταν άρρωστος και μου έλεγε πόσο πολύ αγαπούσε την Ορχήστρα και ότι αυτή η ορχήστρα για εκείνον ήταν ένα όραμα. Ο Χατζιδάκις περνούσε κατά καιρούς από διάφορες φάσεις στη ζωή του και μπορεί κάποια στιγμή γι’ αυτόν να ήταν πολύ σημαντικό ένα πράγμα και την άλλη κάποιο άλλο. Και αυτό είναι καλό, γιατί δεν πρέπει κανείς να στέκεται σε κάτι και να λέει αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα και θα το κάνω αιώνιο. Γιατί η ζωή προχωράει και μαζί της οι καταστάσεις αλλάζουν ή χρειάζονται αλλαγή. Όμως, στη φάση αυτή της ζωής του, ο Χατζιδάκις το μόνο πράγμα που σκεφτόταν όλα εκείνα τα τελευταία χρόνια ήταν η Ορχήστρα. Ήταν το μεγαλύτερό του όνειρο και έδινε όλες του τις δυνάμεις γι’ αυτό. Και είναι κρίμα πραγματικά που πέθανε τότε, γιατί είχε πάρα πολλές δυνάμεις μέσα του, πάρα πολλά σχέδια που ήθελε να πραγματοποιήσει. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να πεθαίνουν, όταν ακόμη έχουν όνειρα. Πρέπει να μπορούν να τα βιώνουν κάποια στιγμή.

Σας είχε εκμυστηρευθεί πράγματα;

Ναι, αλλά δεν μπορώ να τα πω και ούτε ο ίδιος νομίζω ότι θα ήθελε. Ο Μάνος δεν νοιαζόταν για την υστεροφημία του. Αυτό που τον ενδιέφερε, ήταν αυτό που ζούσε. Δεν τον ένοιαζε να εκδικηθεί ή να πει πράγματα που αργότερα θα αποδείκνυαν το δίκιο του… Προσήλκυε ανθρώπους γύρω του που αντλούσαν δύναμη απ’ αυτόν, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που καθοδηγούσε και δημιουργούσε ρεύματα. Οι παραγωγές του, οι δίσκοι του, το Γ’ Πρόγραμμα, το περιοδικό “Τέταρτο”, το Φεστιβάλ στα Ανώγεια, το Φεστιβάλ της Κέρκυρας, όλα αυτά ήταν ρεύματα, δημιουργούσαν τάσεις, και ήταν φυσικό κάθε φορά να τραβάει αλλά και να αναδεικνύει κόσμο. Κόσμο πού, βεβαίως, δεν ήταν τυχαίος. Απόδειξη πως οι περισσότεροι από εκείνους που τον πλαισίωναν κατά κάποιον τρόπο, σήμερα είναι εκείνοι οι άνθρωποι που είτε κάνουν προσωπική καριέρα είτε είναι καλλιτεχνικοί διευθυντές οργανισμών.

Ποιες επιρροές ήταν καθοριστικές στη μέχρι τώρα πορεία σας;

Ο κάθε άνθρωπος έχει διαφόρων ειδών επιρροές που μπορεί ν’ αποτελέσουν σταθμούς στην εξέλιξή του. Για μένα, η βασική επιρροή προήλθε από τη γνωριμία μου με το Μάνο. Ήταν καταλυτική η επαφή μαζί του. Με επηρέασε και πρακτικά, γιατί, αν δεν τον είχα γνωρίσει, θα συνέχιζα στη Γερμανία. Ένας άλλος άνθρωπος που ήταν καθοριστικός για μένα, είναι ο Γιώργος Κουρουπός. Μαθαίνω πολλά από τον τρόπο που διοικεί, ας πούμε, την Ορχήστρα, από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις διάφορες καταστάσεις. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ευφυής, πολύ ανοιχτός και διατηρεί μια παιδικότητα, που τη θεωρώ πολύ σημαντική για έναν καλλιτέχνη.

Το ελληνικό κοινό σε σχέση με το ευρωπαϊκό κοινό πως συμπεριφέρεται ως ακροατής;

Το ελληνικό κοινό λειτουργεί περισσότερο συναισθηματικά και αυθόρμητα απ’ ότι άλλοι λαοί. Στερείται όμως θεωρητικής υποδομής. Ένας Γερμανός, για παράδειγμα, που πάει σε μία συναυλία ν’ ακούσει το “Ρέκβιεμ” του Μότσαρτ, μπορεί να το έχει σπίτι του όχι σε μία αλλά σε πολλές εκτελέσεις ή να το έχει ακούσει ήδη πολλές φορές σε άλλες συναυλίες και βέβαια γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Έπειτα, ως θρησκευτικό έργο που έχει να κάνει με την καθολική πίστη, είναι πιο κοντά σ’ αυτόν. Έτσι, εμείς το ακούμε με λιγότερη νοητική συνείδηση απ’ ότι εκείνος. Εμείς λειτουργούμε περισσότερο ενστικτωδώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαστε καλύτεροι ή χειρότεροι.

Τι σκέπτεστε για τη μελλοντική πορεία της “Ορχήστρας των χρωμάτων”; Έχετε θέσει κάποιους στόχους;

Το πρώτο που θα ήθελα είναι να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτεροι, και εγώ και η Ορχήστρα μου. Και στη πορεία, θα βγαίνουν κι άλλα πράγματα. Όπως το να κάνουμε μια πολύ καλή ηχογράφηση κάποιου έργου. Ή να δώσουμε συναυλία κάποιου κονσέρτου. Επίσης, να βοηθήσω στη εκπαίδευση των νέων παιδιών ώστε να βγαίνουν καλύτεροι μουσικοί ή απλώς καλύτερα εκπαιδευμένοι ακροατές.



Κεντρική σελίδα Λογιάδη






Designed by TemplatesBox